Αστεγία στον Δήμο Νάουσας

Στον στενό πεζόδρομο που φέρει το όνομα «Σολωμού», στο κέντρο της Νάουσας, είναι μερικά χρόνια τώρα, που τα προηγουμένως άδεια ισόγεια των λιγοστών κτιρίων, έχουν αλλάξει χρήση, έγιναν καφετέριες, με την ευγενική χορηγία ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων.

«Όλοι ανοίγουν καφέ και γυράδικα. Αν είναι να βγαίνει τίποτα να ανοίξω και εγώ ένα», μου λέει η Κατερίνα σχολιάζοντας έμμεσα την οικονομική της κατάσταση. Eίναι μια από τις λίγες γυναίκες που απάντησαν στο ανώνυμο ερωτηματολόγιο που η ερευνητική μας ομάδα διένειμε ηλεκτρονικά στον μικρό δήμο της Νάουσας για να εντοπίσει τα στεγαστικά προβλήματα των γυναικών και η μοναδική που απάντησε οικειοθελώς στο ερώτημα, με το οποίο ζητούσαμε τα προσωπικά στοιχεία των ερωτηθεισών, σε περίπτωση που ήθελαν να συζητήσουν το ζήτημα που αντιμετωπίζουν.

Ανάμεσα στους λιγοστούς πεζούς στον πεζόδρομο της Σολωμού, το καλοκαιρινό πρωινό του Ιουλίου, υπάρχει ένας εξηντάρης, με γυμνασμένο κορμί, περιποιημένο, λευκό μούσι, δυσδιάκριτα τατουάζ στο χέρι και μια καθαρή φόρμα εργασίας. Μεταφέρει ένα δίκυκλο καρότσι, γεμάτο με πακέτα που μοιράζει στα γύρω καταστήματα. Βλέποντάς μας καθισμένους με την Κατερίνα, νεύει διακριτικά και απευθύνει ένα «γεια σας», πριν συνεχίσει την πορεία του προς το επόμενο κατάστημα.

— Γνωρίζεις αυτόν τον κύριο; διακόπτω την Κατερίνα
— Όχι. Ποιος είναι;
— Δεν έχει σημασία. Θα μπορούσες να πεις ότι είναι άστεγος;
— Μου κάνεις πλάκα;
— Ζει σε ένα εγκαταλειμένο σπίτι έξω από την πόλη.
— Αποκλείεται, φαίνεται μια χαρά.
— Μια χαρά φαίνεται.

Γνώρισα τον Τέλη σε μια επιτόπια έρευνα μια εβδομάδα νωρίτερα, στο συσσίτιο που προσφέρει στους απόρους η εκκλησία και από όπου εξασφαλίζουν την τροφή τους καθημερινά περίπου εκατό άτομα — αριθμός υψηλός αν αναλογιστεί κανείς το συνολικό πληθυσμό αυτής της περιφερειακής πόλης που δεν ξεπερνάει τους είκοσι χιλιάδες.


Ο Τέλης, χρόνια άστεγος, είχε βρεθεί στο συσσίτιο τη μέρα εκείνη, για να δώσει το «παρών» και να κάνει μια συμφωνία με τους μάγειρες: «Να έρχεται ένας φίλος, άστεγος και αυτός και να παίρνει και τη δική μου μερίδα, να μου τη δίνει μετά, για να μη χάνω το μεροκάμματο». Δυσκολεύεται να είναι εκεί όταν διανέμονται οι μερίδες, αυστηρά στις 12:00 με 13:00, γιατί εκείνες τις ώρες είτε εργάζεται είτε περιμένει στο στέκι του, ένα παγκάκι μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Μηνά, από όπου τον μισθώνουν επιτόπου περαστικά φορτηγά, για να τους βοηθήσει ως αχθοφόρος. «Άλλες φορές έχει δουλειά και βγάζω κανά δεκάρι, άλλες φορές δεν βγάζω τίποτα… Στις 12:00 που μοιράζουν το φαγητό, είναι ώρα που περνάνε φορτηγά και μπορεί να χάσω κάποια δουλειά».

Ο Τέλης, με το καλοφροντισμένο του μούσι, ευγενική χορηγία ενός φίλου του κουρέα, το γυμνασμένο του κορμί καθαρό, χορηγία φίλων που έχουν το προνόμιο ενός σπιτιού με λειτουργικό μπάνιο, και την φόρμα εργασίας του, απομεινάρι της προηγούμενης δουλειάς του, δεν ανταποκρινόταν στο στερεότυπο του αστέγου, του ατιμέλητου, αξύριστου και εξαντλημένου ατόμου.

Και όμως μένει σε ένα ακατάλληλο, μικρό δωμάτιο, σε ένα εγκαταλλειμένο κτίριο στην περιφέρεια της πόλης, εδώ και πέντε χρόνια, από τότε που έκλεισε η επιχείρηση όπου εργαζόταν και όπου κοιμόταν, αφού η σύζυγός του, του είχε ζητήσει να αποχωρήσει από την κατοικία που της ανήκε, μετά τον χωρισμό τους, ήδη από το 2010: «Το βρήκα τυχαία, αφού κοιμήθηκα λίγες μέρες στα παγκάκια. Μου το έδειξε ένας φίλος. Μετά από κανέναν χρόνο έμαθα και σε ποιον ανήκει το κτίριο. Τον ήξερα και θεώρησα σωστό να τον ρωτήσω. Μου είπε: ‹Αν μπορείς να μείνεις εκεί μέσα, εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα›. Είναι  χάλια το μέρος, μπάζει. Ντρέπομαι να φέρω κόσμο, ακόμα και ο γιος μου δεν το έχει δει».

Ο αχθοφόρος με το περιποιημένο μούσι και το ευγενικό νεύμα, σπαράζεται από τη διαρκή πίεση που προκαλεί η έλλειψη σταθερής, επαρκούς στέγης.

Το δημοτικό θέατρο ως άτυπη πολιτική στέγασης

Τα καλέσματά του Τέλη στη διοίκηση για βοήθεια παραμένουν αναπάντητα: «Έχω ζητήσει να με βάλουν και εμένα στο θέατρο. Τους άλλους γιατί τους έβαλαν και εμένα όχι; Τι θέλουν; Να βάλω φωτιά στην πλατεία και να καώ για να συγκινηθούν;»

Το δημοτικό θέατρο της Νάουσας παραμένει συνήθως κλειστό. Οι παραστάσεις δεν είναι πολλές, το φιλότεχνο κοινό είναι περιορισμένο και ο χώρος μένει άδειος περισσότερες μέρες του χρόνου από όσες λειτουργεί. Αλλά όχι εντελώς άδειος. Στα τρία δώματα που λειτουργούν ως καμαρίνια, ζουν τρεις κύριοι.

Ο  κύριος Βαγγέλης, ο οποίος εργαζόταν στο θέατρο επί δεκαετίες, ως εισπράκτορας και ταξιθέτης και επειδή με το χαμηλό εισόδημά του δε μπορούσε να πληρώνει ενοίκιο,  αποφάσισε, αφού η παράσταση τελείωνε, να χρησιμοποιεί ένα καμαρίνι ως υπνωτήριο, με τη συγκατάθεση εκπροσώπων του δήμου.

Ο κ. Μάριος, ο οποίος είναι οικοδόμος, αλλά μετά την κρίση του 2008 αντιμετώπισε μεγάλες εργασιακές δυσκολίες και όταν έχασε τη μητέρα του και δε μπορούσε να καλύψει τα έξοδα του σπιτιού που προηγουμένως νοίκιαζαν μαζί, έμεινε άστεγος. Κοιμόταν σε παγκάκια της πόλης, μέχρι που κάποιος γνωστός του μίλησε για το θέατρο: «Από στόμα σε στόμα, πριν έξι χρόνια περίπου, μου είπαν πως υπάρχει αυτό το μέρος να κοιμηθώ. Ένιωσα καλύτερα. Κοιμόμουν έξω και έχει χιόνια και κρύο. Σου προσφέρουν ένα μέρος πιο στεγανό και λες είμαι καλά».

Ο κ. Στέλιος προστέθηκε πρόσφατα στη συντροφιά τους. Εγκλωβισμένος από το 2001 σε μια διαρκή ανεργία που «έσπαγε» μέσα από τα οκτάμηνα προγράμματα του δήμου και με μόνη σταθερή εισοδηματική πηγή τα επιδόματα που ξεκίνησε να παίρνει στα μέσα του 2018, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το προηγούμενο σπίτι του και να ζήσει στον δρόμο. Μέχρι που, τώρα στα πενήντα τρία του, βρήκε τη λύση του θεάτρου: «Με έβαλε ο αντιδήμαρχος, πέρυσι τέτοιο καιρό.»

Τα τρία καμαρίνια του θεάτρου δεν αποτελούν κάποια επίσημη δομή φιλοξενίας και στήριξης των ανθρώπων που δεν έχουν σπίτι. Τα καμαρίνια παραχωρούνται άτυπα μόνον σε ορισμένους από τους αστέγους της Νάουσας και η διαμονή εκεί είναι προσωρινή και επισφαλής.

Για παράδειγμα, όταν καταφθάνει ο θίασος κάποιας παράστασης, οι τρεις άνθρωποι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον χώρο και να ζήσουν πάλι έξω για όσο διαρκούν οι πρόβες και οι παραστάσεις: «Α ξέρεις τι καλά που περνάς έξω, στον Άγιο Νικόλαο, στο πάρκο, σε ένα φιλικό σπίτι, στο κτήμα ενός φίλου; Φέτος, λόγω κορωνοιού δε ζήτησαν τα καμαρίνια, μόνο σε μια εκδήλωση τα χρειάστηκαν και τα αδειάσαμε, για πέντε μέρες».
Συν αυτώ, η άτυπη στεγαστική παροχή των καμαρινιών αποτελεί και πηγή πολιτικού οφέλους γι΄ αυτούς που αποφασίζουν άτυπα να επιτρέψουν σε κάποιους και να αποκλείσουν σε άλλους, την είσοδο στα καμαρίνια, εκμαιεύοντας την ευγνωμοσύνη των «οφελούμενων».



Η αστεγία στην ύπαιθρο

Η ακαδημαϊκή έρευνα γύρω από το ζήτημα της αστεγίας έχει επικεντρωθεί κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα με αποτέλεσμα το ζήτημα να παραμένει στην αφάνεια στους μικρότερους σε πληθυσμό και έκταση δήμους. Ωστόσο το πρόβλημα υπάρχει.

Στον Δήμο Νάουσας, σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα (2020) του Κέντρου Κοινότητας, οκτώ άτομα διαβιούν στον δρόμο, πενήντα επτά άτομα ζούν σε δωρεάν παραχωρημένες κατοικίες, ενώ τα απογραφικά δεδομένα του 2011 δείχνουν πως ήδη από τότε πάνω από το 10% του πληθυσμού αντιμετώπιζε μεγαλύτερης ή μικρότερης έντασης στεγαστικά προβλήματα.
Στη βάση του προβλήματος βρίσκεται ένας αράγιστος μύθος: Οι μικροί τόποι δεν έχουν αστέγους. Παρά το μύθο, η αστεγία, στην ακραία της μορφή, υπάρχει αλλά παραμένει αόρατη. Η κοινωνία την αγνοεί — γι’ αυτό και η έκπληξη της Κατερίνας —  η πολιτική ηγεσία, όταν την αναγνωρίζει, τη διαχειρίζεται ασχεδίαστα, ενώ υπάρχουν διοικητικοί υπάλληλοι και εκλεγμένοι σύμβουλοι που τη θεωρούν δίκαιη ανταμοιβή αντικοινωνικών ανθρώπων, συμπυκνωμένη στα λόγια μιας δημοτικής υπαλλήλου, εκφρασμένα με ανησυχητική σιγουριά: «Αυτούς δεν τους θέλουν ούτε οι οικογένειές τους, ακόμα και οι δικοί τους άνθρωποι τους έδιωξαν». 

Το ερευνητικό κενό αντανακλάται και στον πολιτικό σχεδιασμό. Για παράδειγμα, το πιο φιλόδοξο πρόγραμμα που έχει σχεδιαστεί στην χώρα για την αντιμετώπιση της ακραίας αστεγίας, με τίτλο «στέγαση και επανένταξη», που στοχεύει στην παραχώρηση κατοικίας σε αστέγους και στην ένταξή τους με τρόπο που δεν τους ιδρυματοποιεί, απευθύνεται σε δήμους με πάνω από εκατό χιλιάδες κατοίκους. Στο δήμο Νάουσας, οι υπάλληλοι και πολιτικοί αντιπρόσωποι που έχουν τοποθετηθεί στις προνοιακές δομές της διοίκησης, δε γνωρίζουν καν την ύπαρξη του προγράμματος.

Ενδεικτική είναι και η μη-προσβασιμότητα σε βασικά επιδόματα. Σε πολλές περιπτώσεις οι επιδοματικές ενισχύσεις και βοηθητικές προβλέψεις είναι σχεδιασμένες ώστε να αποκλείουν ανθρώπους. Μια υπάλληλος του κέντρου κοινότητας δίνει μια σειρά παραδειγμάτων, ανάμεσα τους και «η πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία μπορεί να σβηστούν ακόμα και έξι χιλιάδες ευρώ χρέους σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη από ρεύμα. Αλλά με μια υποσημείωση: να μην έχει γίνει κλοπή ρεύματος από τον οφελούμενο. Ποιος άνθρωπος που βλέπει την ανάγκη των παιδιών του για ενέργεια, δε θα κλέψει; Έχουν μείνει πάμπολοι άνθρωποι εκτός».

Συντεταγμένες αλλαγής

Ο κοινωνικός στιγματισμός της αστεγίας, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο όπου οι άνθρωποι που αναγκάζονται να διαμένουν στον δρόμο «σπάνε» τον κυρίαρχο μύθο περί της απουσίας στεγαστικών προβλημάτων, παγιδεύει τους άστεγους ανθρώπους σε έναν στρόβιλο σιωπής και ντροπής.

Για να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος απαιτείται μεν μια βαθύτερη κατανόηση των δομικών αιτιών της αστεγίας. Αλλά δεν αρκεί μονάχα να διαλυθεί αυτός ο μύθος. Για την εμφάνιση και την αντιμετώπιση της αστεγίας στις μικρότερες κοινότητες χρειάζονται μια σειρά από άλλες πρωτοβουλίες, όπως η διεύρυνση του πλαισίου για τα ήδη υφιστάμενα κεντρικά σχεδιασμένα προγράμματα ώστε να συμπεριλαμβάνονται σε αυτά οι μικρότεροι δήμοι.

Ωστόσο είναι αναγκαία και μια τοπική πολιτική για τη στέγαση, που δε θα εξαντλείται σε άτυπες «πολιτικές φιλανθρωπίες», αλλά θα σχεδιάσει θεσμικές απαντήσεις που θα στοχεύουν στην ένταξη και όχι στην ιδρυματοποίηση των αστέγων.

Ο δήμος Νάουσας, όπως και πολλοί άλλοι περιφερειακοί δήμοι της Ελλάδας, είναι ένας δήμος σε δημογραφική και κοινωνική συρρίκνωση. Ο νεαρότερος πληθυσμός απομακρύνεται σε μεγαλύτερα στικά κέντρα της Ελλάδας και του εξωτερικού, ενώ αυτή η μετανάστευση δημιουργεί ένα πλήθος ανενεργών στεγαστικών πόρων. Ήδη, σύμφωνα με τα δεδομένα της απογραφής του 2011, φαίνεται ότι σχεδόν το 1/5 του κτιριακού αποθέματος στον δήμο παραμένει κενό και αχρησιμοποίητο, ενώ την ίδια στιγμή υπάρχουν ακόμα και άνθρωποι που ζουν στον δρόμο. Γιατί να μη χρησιμοποιηθεί μέρος αυτού του αποθέματος, για τη στέγαση των ανθρώπων που έχουν βρεθεί χωρίς σπίτι;

Αυτό το παράδοξο απαιτεί την εμπλοκή της διοίκησης, προκειμένου να γίνει μια λεπτομερής καταγραφή των στεγαστικών και εδαφικών πόρων που είναι διαθέσιμοι προς αξιοποίηση στους δήμους, μια εκτίμηση της ποιότητάς τους και σύσταση φορέων αναβάθμισης και διαχείρισης τους με κοινωνικά και οικονομικά προσιτούς όρους.

Το πρόβλημα είναι πολύ ευρύ για να θεωρείται ιδιωτική υπόθεση μεμονωμένων περιπτώσεων και πολύ εκτεταμένο για να αρκούν τρια καμαρίνια σε ένα καταρρέον δημοτικό θέατρο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *